Και ξαφνικά, η συναίνεση

19/11/2016

Παρακολουθώ την αναζωπύρωση μιας συζητήσεως για την αναγκαιότητα συναίνεσης σε ορισμένα θέματα με τον ΣΥΡΙΖΑ «για το καλό της πατρίδας και του λαού».

Η συναίνεση είναι, χωρίς αμφιβολία, λέξη που προδιαθέτει θετικά,  όπως και όλες οι λέξεις με θετικό πρόσημο: Ειρήνη, αγάπη, δικαιοσύνη κ.ο.κ. Εν προκειμένω όμως, ποια είναι η αξία της;  Η αξία είναι το περιεχόμενό της.

Η συναίνεση χρησιμοποιείται αφηρημένα ως έννοια από όσους επιδιώκουν τη συμπάθεια των αντιπάλων τους, δηλ. από εκείνους που επιθυμούν να αυξάνουν την δημοφιλία τους, αποφεύγοντας την ουσία της πολιτικής αντιπαράθεσης και όλα τα δύσκολα ζητήματα, οι οπαδοί των soft politics, δηλαδή το τίποτε της πολιτικής.

Οι οπαδοί της συναίνεσης, λοιπόν, ζητούν να συναινέσει η Νέα Δημοκρατία. Σε τι ακριβώς; Και με ποιούς;

Να συναινέσουμε με τον ΣΥΡΙΖΑ στην διαχείριση της μετανάστευσης; Δεν προσπαθήσαμε; Τι έχει γίνει από αυτά που συμφωνήθηκαν στην σύσκεψη των πολιτικών αρχηγών; Τα κλειστά κέντρα για τους παράνομους μετανάστες έγιναν; Ο γρήγορος διαχωρισμός προσφύγων και παράνομων γίνεται; Η ταχεία μετακίνησή τους από τα νησιά;

Σε τι άλλο να συναινέσουμε; Στην εξόντωση των ελευθέρων επαγγελματιών; Στην ταξική φορολογία; Στην χειραγώγηση της δικαιοσύνης; Μήπως έπρεπε να έχουμε συμπράξει και στο ωραίο σχέδιο του κ. Παππά για τον έλεγχο του τηλεοπτικού τοπίου; Να επικροτούμε τις ορδές των νέων συμβασιούχων στο Δημόσιο; Α , ξέχασα: οι «συναινετικοί» μάλλον  εννοούν να συμπράξουμε στην επίθεση του Φίλη κατά της εκκλησίας... Ή ίσως στην ανοχή του παρακράτους των Εξαρχείων και στις ένοπλες παρελάσεις του Ρουβίκωνα; Ή τέλος να συναινέσουμε στην παρέλαση των μαθητών  την 28η Οκτωβρίου υπό τον ήχο του ύμνου του ΕΛΑΣ; Μήπως να συναινούσαμε στο να παίρνουν φοιτητικές άδειες από τις φυλακές οι καταδικασμένοι τρομοκράτες; Ή καλλίτερα στην αποφυλάκιση των εμπόρων ναρκωτικών και των δολοφόνων για λόγους αποσυμφόρησης των φυλακών;

Άκουσα ότι το «καλό δημόσιο σχολείο» μπορεί να αποτελέσει σημείο συναίνεσης με τον ΣΥΡΙΖΑ. Σοβαρά; Πώς ακριβώς; Με την ενοχοποίηση της αριστείας; Με τον διωγμό των προτύπων δημοσίων σχολείων; Ή μήπως με το διωγμό των ιδιωτικών σχολείων και του δικαιώματος επιλογής των γονέων;

            Ακούω επίσης ότι σημεία συναινέσεως είναι η απομείωση του χρέους και η μείωση των πλεονασμάτων. Πράγματι, ο Κ. Μητσοτάκης έθεσε πρώτος αυτός το ζήτημα της μειώσεως των στόχων για τα πρωτογενή πλεονάσματα. Δεν μπορεί όμως να υπάρξει συναίνεση σε μια οικονομική πολιτική που ναι μεν προτάσσει για επικοινωνιακούς λόγους τη μείωση του χρέους αλλά ταυτόχρονα υπερφορολογεί τους πολίτες και τις επιχειρήσεις, εχθρεύεται τις ξένες επενδύσεις και καθυστερεί οποιαδήποτε ουσιαστική μεταρρύθμιση μπορεί να προσδώσει αναπτυξιακή ώθηση στην Ελληνική οικονομία.

Οι διαφορές με τον ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι τυχαίες και δεν εξαντλούνται στο αν αυτοί οι «καλοί αριστεροί» κατέχουν ή όχι την τεχνική της διακυβέρνησης. Διότι μπορεί ορισμένοι να είναι απλώς ανίκανοι, άχρηστοι ή αμόρφωτοι αλλά υπάρχουν και άλλοι που μια χαρά μορφωμένοι είναι και κάποιες ικανότητες διαθέτουν.

Οι διαφορές  που δεν θα επιτρέψουν ποτέ οποιαδήποτε συναίνεση και παράγουν αυτές τις πολιτικές αντιπαραθέσεις είναι βαθιά αξιακές και ιδεολογικές και θα τελειώσουν μόνο όταν κλείσει οριστικά ο παρών ιστορικός κύκλος.

Γιατί όμως τότε ανακινείται μια τέτοια συζήτηση περί συναίνεσης και από πού;

  1. Από κύκλους των δανειστών. Εδώ η σκέψη είναι απλή: βρήκαμε μια αριστερή κυβέρνηση που μας παραχώρησε το σύνολο της δημόσιας περιουσίας για 100 χρόνια, που κόβει συντάξεις, που κάνει ιδιωτικοποιήσεις έναντι πινακίου φακής, που είναι η πιο βολική που θα μπορούσε να φανταστεί κανείς και ταυτόχρονα τα περνάει όλα με μηδενικές αντιδράσεις, ε, μην το χαλάσουμε. Συναίνεση λοιπόν, βαθιά και ανεπιφύλακτη.
  2. Από τον ίδιο τον ΣΥΡΙΖΑ: με το κόμμα του διαλυμένο, με τα ποσοστά του να καταρρέουν, βυθιζόμενος στις ασυνέπειες και στα ψεύδη, έχοντας χάσει κάθε λαϊκή αναφορά, ο Τσίπρας αναζητά συνενόχους και διάχυση της ευθύνης του. Κατανοητό ως επικοινωνιακό τέχνασμα. Η συναίνεση είναι η σανίδα σωτηρίας του ίδιου του Τσίπρα. Αλλά ποιος μπορεί να «τσιμπήσει» σε αυτό;
  3. Από το τρίτο κέντρο, τους «συναινετικούς»: και επειδή πολιτική λογική στην συναίνεση με τον ΣΥΡΙΖΑ δεν υπάρχει, μπορεί να εξηγηθεί η στάση ορισμένων μόνο ψυχολογικά. Είτε με όρους κοινωνικής ψυχολογίας, που περιγράφουν τη διαχρονική συλλογική αυτοενοχοποίηση της δεξιάς, η οποία μονίμως θέλει να φαίνεται διαλλακτική, ευγενής, καλοσυνάτη απέναντι σε μια ηγεμονεύουσα αριστερά, δήθεν μετριοπαθή και υπεύθυνη, στην πραγματικότητα δουλική, άνευρη, υποτακτική.

Είτε με όρους προσωπικών στρατηγικών: δεν είμαι στην ηγετική ομάδα , θέλω ρόλο, θέλω κάτι να πω, είμαι κι εγώ εδώ. Αυτή η δεύτερη στάση, γίνεται εύκολα αντιληπτή, δυστυχώς. Μικρή πολιτικά, αλλά σε ανθρώπινο επίπεδο την καταλαβαίνεις. Και επειδή είναι μικρή πολιτικά είναι και ασήμαντη.

Η πρώτη στάση, όμως, έχει ηττηθεί και η απόλυτη εξάλειψή της συνιστά μια από τις υποκειμενικές προϋποθέσεις της παραταξιακής ανασυγκρότησης. Η εκλογή του Κ. Μητσοτάκη εμπεριέχει εντολή σκληρής, ανυποχώρητης αντιπολίτευσης. Καμία συναίνεση, καμία υποχώρηση, κανένας συμβιβασμός με τη χειρότερη και πιο καταστροφική κυβέρνηση που γνώρισε ποτέ ο τόπος. Και κυρίως ανασυγκρότηση της παράταξης μας στη βάση της πιο ευρείας σύνθεσης απόψεων, στη βάση των πιο ανοιχτών οριζόντων και διευρύνσεων και στηριγμένη στην περηφάνια για τις αξίες μας και το έργο των κυβερνήσεών μας. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο δομείται η παραταξιακή αυτοπεποίθησή μας και μέσα από αυτήν η εθνική μας ανάταση και αυτοεκτίμηση.

Για αυτό και κάθε συζήτηση για συναίνεση είναι εθνικώς επιζήμια. Η ανασυγκρότηση της χώρας προϋποθέτει την συντριβή των δεξιών και αριστερών λαϊκιστών. Όχι τη συναίνεση, όχι τη συνεννόηση: μόνο την ηθική και πολιτική τους ήττα. Η ηθική έχει ήδη συντελεστεί. Η πολιτική δεν αργεί.

*Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Παραπολιτικά"

 

 

Μοιράσου το

Τελευταία νέα